Πόσο βαρετός θα ήταν ο κόσμος αν ήμασταν όλοι ίδιοι; Πόσο ανούσια θα ήταν η ζωή αν συναναστρεφόμασταν με άτομα ακριβώς ίδια με εμάς; Η προσωπικότητα του καθενός από μας απαρτίζεται από διαφορετικά χαρακτηριστικά, για τα οποία θα πρέπει να είμαστε περήφανοι και να νιώθουμε ασφαλείς με αυτά. Εξάλλου, αυτά είναι που δημιουργούν στο σύνολο την έννοια που αποκαλούμε εαυτό και αυτά είναι που μας κάνουν διαφορετικούς – ή και μοναδικούς – σε έναν πλανήτη που κατοικούν δισεκατομμύρια άνθρωποι.
Κατά γενικό κανόνα, οι άνθρωποι επιθυμούν να είναι αρεστοί στους άλλους, να ταιριάζουν με την πλειοψηφία των ατόμων γύρω τους, κάτι που ίσως προκαλεί εσωτερική πίεση με αποτέλεσμα να χάνουν κομμάτι-κομμάτι το μοναδικό πράγμα που τους ανήκει και μπορούν να το διαμορφώσουν, τον εαυτό τους. Επιδιώκουν να προσεγγίζουν στενά τα όρια μιας θέσης -τα οποία δεν ανοίγουν ποτέ και δεν επεκτείνονται- που θέτουν οι περισσότεροι για την έννοια του “φυσιολογικού”. Ποιος ορίζει, όμως, τι είναι φυσιολογικό και τι όχι; Ή ακόμα καλύτερα, ποιος θεωρεί κάποιον φυσιολογικό ή μη φυσιολογικό;
Είναι ιδιαίτερα δύσκολο και απαιτεί μεγάλη σπατάλη ενέργειας να ενταχθείς στο πλήθος και να υιοθετήσεις χαρακτηριστικά και γνωρίσματα που διαθέτουν πολλοί, αλλά δεν είναι σύμφυτα με την προσωπικότητά σου μόνο και μόνο για να σε “ονομάζει” κάποιος φυσιολογικό άτομο. Γιατί να καταστρέψεις αυτό που οι γονείς σου με τόση προσπάθεια καλλιέργησαν κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής σου και αυτό το οποίο πάλεψες για να το δημιουργήσεις; Αντί να ζεις στάσιμα μέσα στα σύνορα της “φυσιολογικότητας” και παράλληλα να σταματάς την ανάπτυξή σου, ζήσε ελεύθερα με τον πραγματικό σου εαυτό, δοκίμασε πράγματα, χτίσε βήμα βήμα το προσωπικό σου δυναμικό και φτάσε στην αυτοπραγμάτωση, μια έννοια την οποία ούτε κατά διάνοια δεν πρόκειται να φτάσεις όταν αποφασίσεις να επιλέξεις το “φυσιολογικό”.
Βιβλιογραφικά, σύμφωνα με τον Maslow, ο άνθρωπος διαθέτει μια τάση προς ανάπτυξη και αυτοπραγμάτωση. Είναι ένας από τους μακρινούς στόχους του ανθρώπου και ενώ κατά τη διάρκεια ζωής του η ανάπτυξη είναι μια δυναμική κατάσταση – δηλαδή ένα γίγνεσθαι -, η αυτοπραγμάτωση είναι ο στόχος – δηλαδή ένα είναι -.
Επιστρέφοντας στα πλαίσια του “φυσιολογικού”, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η έννοια αυτή είναι καθαρά υποκειμενική και δεν συνάδει με μια αντικειμενική πραγματικότητα. Για κάποιον κάτι είναι φυσιολογικό που για κάποιον άλλον δεν είναι, πράγμα το οποίο αλλάζει από κοινωνία σε κοινωνία και από κουλτούρα σε κουλτούρα. Επιπλέον, δεν υφίσταται ένας σαφής ορισμός για το πώς οι άνθρωποι θα πρέπει να είναι ή να συμπεριφέρονται. Η ιδέα ότι υπάρχει ένα ιδανικό πρότυπο και πως σύμφωνα με αυτό πρέπει να συμβαδίζουν όλοι αποτελεί έναν μεγάλο ψυχολογικό περιορισμό. Με την εμπιστοσύνη και την πίστη στον εαυτό αλλά και με το να κάνουμε πράγματα που μας οδηγούν στη δική μας ευτυχία βοηθάμε στο να μειωθεί και να εξαφανιστεί αυτή η ιδέα που μόνο ρεαλιστική δεν είναι.
Ωστόσο, οι άνθρωποι όταν επιθυμούν να είναι αρεστοί και φυσιολογικοί ουσιαστικά επιθυμούν να είναι τέλειοι. Πρέπει, όμως, να γνωστοποιήσουμε πως η τελειότητα είναι ανέφικτη και πως όταν κάποιος παλεύει καθημερινά για να την πετύχει είναι πιο πιθανό να εστιάσει στις “ατέλειες” της προσωπικότητάς του, παρά στα θετικά του χαρακτηριστικά και τις δυνάμεις του. Αυτό συμβαίνει γιατί έχουμε συνεχώς την τάση να πιστεύουμε πως δεν είμαστε αρκετά καλοί σε αυτό που κάνουμε ή που προσπαθούμε να κάνουμε. Λάθη συμβαίνουν, δεν εκλείπουν ποτέ και αποτελούν μια από τις μεγαλύτερες πηγές μάθησης. Αν δεν υπήρχαν, η ανάπτυξη θα έχανε πλήρως το νόημά της.
Κλείνοντας, καλό θα ήταν να αναφερθούμε στο γεγονός πως οι ετικέτες και οι ταμπέλες δεν αρμόζουν στους ανθρώπους, αλλά στα αντικείμενα. Το φυσιολογικό συνήθως το παρομοιάζουμε με το κανονικό, το συνηθισμένο, το αναμενόμενο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ούτε ελευθερία σκέψης και λόγου ούτε συνεπάγεται επιτυχία. Σημασία έχει η αυτο-αποδοχή και όχι η αποδοχή του περιβάλλοντος. Δεν χρειάζεται να είμαστε φυσιολογικοί, ας είμαστε ο εαυτός μας!